αδιακλάδωτος
•
- που δεν έχει διακλαδώσεις ή δεν έχει διακλαδωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιακλάδωτος < α- στερητικό + διακλαδώ(νω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιακλάδωτος | αδιακλάδωτη | αδιακλάδωτο |
| Γενική | αδιακλάδωτου | αδιακλάδωτης | αδιακλάδωτου |
| Αιτιατική | αδιακλάδωτο | αδιακλάδωτη | αδιακλάδωτο |
| Κλητική | αδιακλάδωτε | αδιακλάδωτη | αδιακλάδωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιακλάδωτοι | αδιακλάδωτες | αδιακλάδωτα |
| Γενική | αδιακλάδωτων | αδιακλάδωτων | αδιακλάδωτων |
| Αιτιατική | αδιακλάδωτους | αδιακλάδωτες | αδιακλάδωτα |
| Κλητική | αδιακλάδωτοι | αδιακλάδωτες | αδιακλάδωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →