αδιείσδυτος
•
- που δεν μπορεί κάποιος να διεισδύσει σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιείσδυτος < α- + διεισδύω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιείσδυτος | αδιείσδυτη | αδιείσδυτο |
| Γενική | αδιείσδυτου | αδιείσδυτης | αδιείσδυτου |
| Αιτιατική | αδιείσδυτο | αδιείσδυτη | αδιείσδυτο |
| Κλητική | αδιείσδυτε | αδιείσδυτη | αδιείσδυτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιείσδυτοι | αδιείσδυτες | αδιείσδυτα |
| Γενική | αδιείσδυτων | αδιείσδυτων | αδιείσδυτων |
| Αιτιατική | αδιείσδυτους | αδιείσδυτες | αδιείσδυτα |
| Κλητική | αδιείσδυτοι | αδιείσδυτες | αδιείσδυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →