Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισδύω

/izˈði.o/ρήμα
•
  1. κυριολεκτικά και μεταφορικάεισχωρώ, μπαίνω Βικιλεξικό
    • Γοητευμένος ἀπό ὅ,τι ὑπάρχει στό βάθος τοῦ ὁρατοῦ κόσμου ὁ διανοητής εἰσδύει στήν περιοχή τῶν ἰδεῶν, ὁ ἐπιστήμονας στήν περιοχή τῶν γεγονότων, ἀπ' τὰ οποία βγάζει πρακτικές ἀλήθειες, χρήσιμες γιά τή ζωή (Τάσος Κόρφης, Ματιές στη λογοτεχνία του Μεσοπολέμου, εκδ. Πρόσπερος, 1991, σελ. 192)

Ετυμολογία

εισδύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰσδύνω με αποβολή του ⟨ν⟩ που δεν έδινε την εντύπωση «αρχαίου». Κατά άλλη άποψη < αρχαία ελληνική εἰσδύω. Και οι δύο τύποι < εἰς + δύνω / δύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dew-

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεισδύωεισδύειςεισδύειεισδύουμεεισδύετεεισδύουν / εισδύουνε
Παρατατικόςεισέδυαεισέδυεςεισέδυεεισδύαμεεισδύατεεισέδυαν / εισδύαν / εισδύανε
Αόριστοςεισέδυσαεισέδυσεςεισέδυσεεισδύσαμεεισδύσατεεισέδυσαν / εισδύσαν / εισδύσανε
Μέλλονταςθα εισδύσω / θα εισδύωθα εισδύεις / θα εισδύσειςθα εισδύει / θα εισδύσειθα εισδύουμε / θα εισδύσουμεθα εισδύετε / θα εισδύσετεθα εισδύουν / θα εισδύουνε / θα εισδύσουν / θα εισδύσουνε
Παρακείμενοςέχω εισδύσειέχεις εισδύσειέχει εισδύσειέχουμε εισδύσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εισδύσειείχες εισδύσειείχε εισδύσει———
Υποτακτικήνα έχω εισδύσει / να εισδύσω / να εισδύωνα έχεις εισδύσει / να εισδύεις / να εισδύσειςνα έχει εισδύσει / να εισδύει / να εισδύσεινα έχουμε εισδύσει / να εισδύουμε / να εισδύσουμενα εισδύετε / να εισδύσετενα εισδύουν / να εισδύουνε / να εισδύσουν / να εισδύσουνε
Προστακτική—είσδυε / είσδυσε——εισδύετε / εισδύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →