Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδρομερής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που περιγράφεται αδρά, που δίνεται σε γενικές γραμμές, χωρίς πολλές λεπτομέρειες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδρομερής < (ελληνιστική κοινή) ἁδρομερής < ἁδρός + μέρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδρομερήςαδρομερήςαδρομερές
Γενικήαδρομερούςαδρομερούςαδρομερούς
Αιτιατικήαδρομερήαδρομερήαδρομερές
Κλητικήαδρομερή / αδρομερήςαδρομερήςαδρομερές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδρομερείςαδρομερείςαδρομερή
Γενικήαδρομερώναδρομερώναδρομερών
Αιτιατικήαδρομερείςαδρομερείςαδρομερή
Κλητικήαδρομερείςαδρομερείςαδρομερή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →