αερολόγος
•
- εκείνος που εκφέρει αερολογίες, που λέει εκφράσεις κενές περιεχομένου, χωρίς ουσία, ανοησίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αερολόγος < (μαρτυρείται από το 1889) (καθαρεύουσα) < αρχαία ελληνική ἀερολόγος (επίθετο) < ἀήρ, ἀερο + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αερολόγος | αερολόγοι |
| Γενική | αερολόγου | αερολόγων |
| Αιτιατική | αερολόγο | αερολόγους |
| Κλητική | αερολόγε | αερολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →