φλύαρος
•
- αυτός που αρέσκεται να μιλά διαρκώς, λέγοντας πολλά και ανούσια λόγια, που χρησιμοποιεί περιττά λόγια, που δεν μπορεί ή δε θέλει (εκείνη τη στιγμή ή γενικά) να διατυπώσει μια συνθετική ιδέα της σκέψης του Βικιλεξικό
- Αποφεύγω να ανοίγω συζητήσεις μαζί τους, διότι είναι πολύ φλύαροι. Μιλάνε ασταμάτητα και σε κρατάνε εκεί, μαζί τους, μια ώρα μέχρι να τελειώσουν!
- Ο υπουργός ήταν σκόπιμα φλύαρος στη χτεσινή συνέντευξή του στους ανταποκριτές των εφημερίδων. Αερολογούσε σκόπιμα, επειδή δεν ήθελε να μπει στην ουσία των ερωτήσεων που του υπέβαλλαν οι δημοσιογράφοι
Ετυμολογία
φλύαρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φλύαρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φλύαρος | φλύαρη | φλύαρο |
| Γενική | φλύαρου | φλύαρης | φλύαρου |
| Αιτιατική | φλύαρο | φλύαρη | φλύαρο |
| Κλητική | φλύαρε | φλύαρη | φλύαρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φλύαροι | φλύαρες | φλύαρα |
| Γενική | φλύαρων | φλύαρων | φλύαρων |
| Αιτιατική | φλύαρους | φλύαρες | φλύαρα |
| Κλητική | φλύαροι | φλύαρες | φλύαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →