Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεροτοπογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αεροτοπογραφία ή τον αεροτοπογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αεροτοπογραφικός < αεροτοπογραφία / αεροτοπογράφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεροτοπογραφικόςαεροτοπογραφικήαεροτοπογραφικό
Γενικήαεροτοπογραφικούαεροτοπογραφικήςαεροτοπογραφικού
Αιτιατικήαεροτοπογραφικόαεροτοπογραφικήαεροτοπογραφικό
Κλητικήαεροτοπογραφικέαεροτοπογραφικήαεροτοπογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεροτοπογραφικοίαεροτοπογραφικέςαεροτοπογραφικά
Γενικήαεροτοπογραφικώναεροτοπογραφικώναεροτοπογραφικών
Αιτιατικήαεροτοπογραφικούςαεροτοπογραφικέςαεροτοπογραφικά
Κλητικήαεροτοπογραφικοίαεροτοπογραφικέςαεροτοπογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →