Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοπογραφία

/to.po.ɣɾaˈfi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μορφή και τα (φυσικά ή τεχνητά) χαρακτηριστικά ενός τόπου Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη απεικόνιση αυτής της μορφής (με τρόπο ανάγλυφο και σε κλίμακα) σε χάρτη Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη επιστήμη που ασχολείται μ’ αυτήν την απεικόνιση και τη δημιουργία των σχετικών χαρτών Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη περιγραφή με λεπτομερειακό τρόπο και η ερμηνεία / ανάλυση των χαρακτηριστικών ενός συνόλου (κοινωνία κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοπογραφία < ελληνιστική κοινή τοπογραφία (περιγραφή ορίων χώρας) (αρχαία ελληνική τόπος, τοπο- + -γραφία, γράφω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική topographie ή από την αγγλική topography)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτοπογραφίατοπογραφίες
Γενικήτοπογραφίαςτοπογραφιών
Αιτιατικήτοπογραφίατοπογραφίες
Κλητικήτοπογραφίατοπογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →