τοπογραφία
•
- η μορφή και τα (φυσικά ή τεχνητά) χαρακτηριστικά ενός τόπου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη απεικόνιση αυτής της μορφής (με τρόπο ανάγλυφο και σε κλίμακα) σε χάρτη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη επιστήμη που ασχολείται μ’ αυτήν την απεικόνιση και τη δημιουργία των σχετικών χαρτών Βικιλεξικό
- μεταφορικάη περιγραφή με λεπτομερειακό τρόπο και η ερμηνεία / ανάλυση των χαρακτηριστικών ενός συνόλου (κοινωνία κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοπογραφία < ελληνιστική κοινή τοπογραφία (περιγραφή ορίων χώρας) (αρχαία ελληνική τόπος, τοπο- + -γραφία, γράφω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική topographie ή από την αγγλική topography)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπογραφία | τοπογραφίες |
| Γενική | τοπογραφίας | τοπογραφιών |
| Αιτιατική | τοπογραφία | τοπογραφίες |
| Κλητική | τοπογραφία | τοπογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →