αεροτορπίλη
•
- τορπίλη που εκτοξεύεται από αεροσκάφος ή ελικόπτερο στον αέρα και στη συνέχεια βρίσκει τον στόχο της υποβρυχίως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αεροτορπίλη < αερο- + τορπίλη ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική aerial torpedo)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αεροτορπίλη | αεροτορπίλες |
| Γενική | αεροτορπίλης | αεροτορπιλών |
| Αιτιατική | αεροτορπίλη | αεροτορπίλες |
| Κλητική | αεροτορπίλη | αεροτορπίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →