τορπίλη
•
- ναυτικός όροςυποβρύχιο βλήμα που εκτοξεύεται από υποβρύχια ή πλοία επιφανείας με σκοπό την ανατίναξη εχθρικών πλοίων Βικιλεξικό
- Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)
Ετυμολογία
τορπίλη < (άμεσο δάνειο) γαλλική torpille < αγγλική torpedo < λατινική torpedo < torpeo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ster (σκληρός, δύσκαμπτος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τορπίλη | τορπίλες |
| Γενική | τορπίλης | τορπιλών |
| Αιτιατική | τορπίλη | τορπίλες |
| Κλητική | τορπίλη | τορπίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →