αετονύχης
•
- πανέξυπνος και πονηρός απατεώνας, αυτός που αρπάζει ευκαιρίες απατεωνιάς (όπως ο αετός αρπάζει με τα νύχια του το θήραμά του) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αετονύχης < αετονύχι + -ης < αετός + νύχι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αετονύχης | αετονύχηδες |
| Γενική | αετονύχη | αετονύχηδων |
| Αιτιατική | αετονύχη | αετονύχηδες |
| Κλητική | αετονύχη | αετονύχηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →