Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθάνατος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στον πληθυντικόοι θεοί Βικιλεξικό
  2. φυτότο φυτό αγαύη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αθάνατος < αρχαία ελληνική ἀθάνατος < ἀ- στερητικό + θάνατος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαθάνατη / αθάνατος / αθάνατοαθάνατες / αθάνατοι / αθάνατα
Γενικήαθάνατης / αθάνατου / αθάνατουαθάνατων / αθάνατων / αθάνατων
Αιτιατικήαθάνατη / αθάνατο / αθάνατοαθάνατες / αθάνατους / αθάνατα
Κλητικήαθάνατη / αθάνατε / αθάνατοαθάνατες / αθάνατοι / αθάνατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αθάνατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν υπόκειται στη μοίρα του θανάτου Βικιλεξικό
    • κι’ αν πεθάνωμεν, πεθαίνομεν διά την πατρίδα μας, διά την θρησκεία μας, και πολεμούμεν όσο μπορούμεν αναντίον της τυραγνίας· κι’ ο Θεός βοηθός. Αυτός ο θάνατος είναι γλυκός, ότι κανένας δεν θα γένη αθάνατος· κι’ όταν ο Χάρος θαρθή να μας πάρη, όταν θέλη, άρρωστους και δυστυχείς, καλύτερα σήμερα να πεθάνωμεν» (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, 1829-1850)
  2. σχετικός με την αθανασία Βικιλεξικό
    • το αθάνατο νερό χαρίζει την αθανασία
  3. αιώνιος, παντοτινός, άφθαρτος Βικιλεξικό
    • -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο, δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω, να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.
    • Αυτοί οι κινητήρες είναι αθάνατοι. Θα έχει σαπίσει το σασί κι αυτός ακόμα θα δουλεύει.

Ετυμολογία

αθάνατος < αρχαία ελληνική ἀθάνατος < ἀ- στερητικό + θάνατος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθάνατοςαθάνατηαθάνατο
Γενικήαθάνατουαθάνατηςαθάνατου
Αιτιατικήαθάνατοαθάνατηαθάνατο
Κλητικήαθάνατεαθάνατηαθάνατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθάνατοιαθάνατεςαθάνατα
Γενικήαθάνατωναθάνατωναθάνατων
Αιτιατικήαθάνατουςαθάνατεςαθάνατα
Κλητικήαθάνατοιαθάνατεςαθάνατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →