αθάνατος
•
- στον πληθυντικόοι θεοί Βικιλεξικό
- φυτότο φυτό αγαύη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αθάνατος < αρχαία ελληνική ἀθάνατος < ἀ- στερητικό + θάνατος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αθάνατη / αθάνατος / αθάνατο | αθάνατες / αθάνατοι / αθάνατα |
| Γενική | αθάνατης / αθάνατου / αθάνατου | αθάνατων / αθάνατων / αθάνατων |
| Αιτιατική | αθάνατη / αθάνατο / αθάνατο | αθάνατες / αθάνατους / αθάνατα |
| Κλητική | αθάνατη / αθάνατε / αθάνατο | αθάνατες / αθάνατοι / αθάνατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →