Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αιδώς

/eˈðos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ντροπή Βικιλεξικό
    • Χωρὶς περίσκεψιν, χωρὶς λύπην, χωρὶς αἰδὼ μεγάλα κ’ ὑψηλὰ τριγύρω μου ἔκτισαν τείχη.
  2. νομικός όροςγια άσεμνες πράξεις: προσβολή αιδούς Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάτα απόκρυφα μέρη του σώματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αιδώς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰδώς : για τον νομικό όρο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pudeur

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαιδώς—
Γενικήαιδούς—
Αιτιατικήαιδώ—
Κλητικήαιδώ—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →