αισθηματολογώ
•
- φέρομαι ή μιλώ (συν)αισθηματικά (χωρίς λογική) Βικιλεξικό
- φέρομαι ή μιλώ ερωτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αισθηματολογώ < αισθηματολόγος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αισθηματολογώ | αισθηματολογείς | αισθηματολογεί | αισθηματολογούμε | αισθηματολογείτε | αισθηματολογούν / αισθηματολογούνε |
| Παρατατικός | αισθηματολογούσα | αισθηματολογούσες | αισθηματολογούσε | αισθηματολογούσαμε | αισθηματολογούσατε | αισθηματολογούσαν / αισθηματολογούσανε |
| Αόριστος | αισθηματολόγησα | αισθηματολόγησες | αισθηματολόγησε | αισθηματολογήσαμε | αισθηματολογήσατε | αισθηματολογήσαν / αισθηματολογήσανε / αισθηματολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα αισθηματολογήσω / θα αισθηματολογώ | θα αισθηματολογήσεις / θα αισθηματολογείς | θα αισθηματολογήσει / θα αισθηματολογεί | θα αισθηματολογήσουμε / θα αισθηματολογούμε | θα αισθηματολογήσετε / θα αισθηματολογείτε | θα αισθηματολογήσουν / θα αισθηματολογήσουνε / θα αισθηματολογούν / θα αισθηματολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω αισθηματολογήσει | έχεις αισθηματολογήσει | έχει αισθηματολογήσει | έχουμε αισθηματολογήσει | έχετε αισθηματολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αισθηματολογήσει | είχες αισθηματολογήσει | είχε αισθηματολογήσει | είχαμε αισθηματολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αισθηματολογήσει / να αισθηματολογήσω / να αισθηματολογώ | να έχεις αισθηματολογήσει / να αισθηματολογήσεις / να αισθηματολογείς | να έχει αισθηματολογήσει / να αισθηματολογήσει / να αισθηματολογεί | να έχουμε αισθηματολογήσει / να αισθηματολογήσουμε / να αισθηματολογούμε | να έχετε αισθηματολογήσει / να αισθηματολογήσετε / να αισθηματολογείτε | να αισθηματολογήσουν / να αισθηματολογήσουνε / να αισθηματολογούν / να αισθηματολογούνε |
| Προστακτική | — | αισθηματολόγει / αισθηματολόγησε | — | — | αισθηματολογήστε / αισθηματολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →