Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αισθηματολογώ

ρήμα
•
  1. φέρομαι ή μιλώ (συν)αισθηματικά (χωρίς λογική) Βικιλεξικό
  2. φέρομαι ή μιλώ ερωτικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αισθηματολογώ < αισθηματολόγος + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαισθηματολογώαισθηματολογείςαισθηματολογείαισθηματολογούμεαισθηματολογείτεαισθηματολογούν / αισθηματολογούνε
Παρατατικόςαισθηματολογούσααισθηματολογούσεςαισθηματολογούσεαισθηματολογούσαμεαισθηματολογούσατεαισθηματολογούσαν / αισθηματολογούσανε
Αόριστοςαισθηματολόγησααισθηματολόγησεςαισθηματολόγησεαισθηματολογήσαμεαισθηματολογήσατεαισθηματολογήσαν / αισθηματολογήσανε / αισθηματολόγησαν
Μέλλονταςθα αισθηματολογήσω / θα αισθηματολογώθα αισθηματολογήσεις / θα αισθηματολογείςθα αισθηματολογήσει / θα αισθηματολογείθα αισθηματολογήσουμε / θα αισθηματολογούμεθα αισθηματολογήσετε / θα αισθηματολογείτεθα αισθηματολογήσουν / θα αισθηματολογήσουνε / θα αισθηματολογούν / θα αισθηματολογούνε
Παρακείμενοςέχω αισθηματολογήσειέχεις αισθηματολογήσειέχει αισθηματολογήσειέχουμε αισθηματολογήσειέχετε αισθηματολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αισθηματολογήσειείχες αισθηματολογήσειείχε αισθηματολογήσειείχαμε αισθηματολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω αισθηματολογήσει / να αισθηματολογήσω / να αισθηματολογώνα έχεις αισθηματολογήσει / να αισθηματολογήσεις / να αισθηματολογείςνα έχει αισθηματολογήσει / να αισθηματολογήσει / να αισθηματολογείνα έχουμε αισθηματολογήσει / να αισθηματολογήσουμε / να αισθηματολογούμενα έχετε αισθηματολογήσει / να αισθηματολογήσετε / να αισθηματολογείτενα αισθηματολογήσουν / να αισθηματολογήσουνε / να αισθηματολογούν / να αισθηματολογούνε
Προστακτική—αισθηματολόγει / αισθηματολόγησε——αισθηματολογήστε / αισθηματολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →