αισθηματολογία
•
- λόγος συναισθηματικός· συχνά έχει αρνητική χροιά καθώς δηλώνει έλλειψη πρακτικού πνεύματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αισθηματολογία < αίσθημα + -λογία (<λόγος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αισθηματολογία | αισθηματολογίες |
| Γενική | αισθηματολογίας | αισθηματολογιών |
| Αιτιατική | αισθηματολογία | αισθηματολογίες |
| Κλητική | αισθηματολογία | αισθηματολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →