Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αισιόδοξος

/e.siˈo.ðo.ksos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τρέφει ελπίδες για το μέλλον, που πιστεύει ότι κάποια εξέλιξη θα έχει αίσιο τέλος Βικιλεξικό
    • Ήταν πάντα ξένοιαστος, πάντα γελαστός, πάντα αισιόδοξος. Τέλειος ζαμανφουτίστας με δυο έντονα πάθη : τον έρωτα και τη φιλοσοφική φλυαρία.
    • 1996 Χρήστος Κολύβας, Μετανάστες στον άλλο κόσμο, Αληθινές διηγήσεις, εκδ. Καστανιώτη
    • Τότε ακόμα, λοιπόν, οι οικονομολόγοι μπορούσαν να διακρίνονται ανάμεσα σε «αισιόδοξους» και «απαισιόδοξους» ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, σε ανεπιφύλακτα «συστημικούς», σε εν δυνάμει «αντισυστημικούς» και σε επιφυλακτικούς αγνωστικιστές. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
  2. ευνοϊκός, θετικός Βικιλεξικό
    • αισιόδοξες προβλέψεις

Ετυμολογία

αισιόδοξος < αίσι(ος) + -ο- + δόξ(α) + -ος, απόδοση για τη γαλλική optimiste.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαισιόδοξοςαισιόδοξηαισιόδοξο
Γενικήαισιόδοξουαισιόδοξηςαισιόδοξου
Αιτιατικήαισιόδοξοαισιόδοξηαισιόδοξο
Κλητικήαισιόδοξεαισιόδοξηαισιόδοξο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαισιόδοξοιαισιόδοξεςαισιόδοξα
Γενικήαισιόδοξωναισιόδοξωναισιόδοξων
Αιτιατικήαισιόδοξουςαισιόδοξεςαισιόδοξα
Κλητικήαισιόδοξοιαισιόδοξεςαισιόδοξα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →