Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αισιοδοξώ

ρήμα
•
  1. είμαι αισιόδοξος για μία συγκεκριμένη υπόθεση, πιστεύω ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν κατά τρόπο θετικό Βικιλεξικό
    • Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ (Ιωάννα Καρυστιάνη, Κορνιζωμένοι, εκδ. Καστανιώτη, 2024)

Ετυμολογία

αισιοδοξώ < αισιόδοξος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαισιοδοξώαισιοδοξείςαισιοδοξείαισιοδοξούμεαισιοδοξείτεαισιοδοξούν / αισιοδοξούνε
Παρατατικόςαισιοδοξούσααισιοδοξούσεςαισιοδοξούσεαισιοδοξούσαμεαισιοδοξούσατεαισιοδοξούσαν / αισιοδοξούσανε
Αόριστοςαισιοδόξησααισιοδόξησεςαισιοδόξησεαισιοδοξήσαμεαισιοδοξήσατεαισιοδοξήσαν / αισιοδοξήσανε / αισιοδόξησαν
Μέλλονταςθα αισιοδοξήσω / θα αισιοδοξώθα αισιοδοξήσεις / θα αισιοδοξείςθα αισιοδοξήσει / θα αισιοδοξείθα αισιοδοξήσουμε / θα αισιοδοξούμεθα αισιοδοξήσετε / θα αισιοδοξείτεθα αισιοδοξήσουν / θα αισιοδοξήσουνε / θα αισιοδοξούν / θα αισιοδοξούνε
Παρακείμενοςέχω αισιοδοξήσειέχεις αισιοδοξήσειέχει αισιοδοξήσειέχουμε αισιοδοξήσειέχετε αισιοδοξήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αισιοδοξήσειείχες αισιοδοξήσειείχε αισιοδοξήσειείχαμε αισιοδοξήσει——
Υποτακτικήνα έχω αισιοδοξήσει / να αισιοδοξήσω / να αισιοδοξώνα έχεις αισιοδοξήσει / να αισιοδοξήσεις / να αισιοδοξείςνα έχει αισιοδοξήσει / να αισιοδοξήσει / να αισιοδοξείνα έχουμε αισιοδοξήσει / να αισιοδοξήσουμε / να αισιοδοξούμενα έχετε αισιοδοξήσει / να αισιοδοξήσετε / να αισιοδοξείτενα αισιοδοξήσουν / να αισιοδοξήσουνε / να αισιοδοξούν / να αισιοδοξούνε
Προστακτική—αισιοδόξει / αισιοδόξησε——αισιοδοξήστε / αισιοδοξείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →