αισιοδοξία
•
- θετικό αίσθημα που δίνει την εντύπωση ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα έχουν καλό (αίσιο) τέλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αισιοδοξία < αισιόδοξ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αισιοδοξία | αισιοδοξίες |
| Γενική | αισιοδοξίας | αισιοδοξιών |
| Αιτιατική | αισιοδοξία | αισιοδοξίες |
| Κλητική | αισιοδοξία | αισιοδοξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →