αιτιότητα
•
- η σχέση που συνδέει την αιτία με το αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- φιλοσοφίατο αξίωμα ότι είναι αδύνατο να έχουμε αποτέλεσμα χωρίς να υπάρχει αίτιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιτιότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αἰτι(ότης) (μαρτυρείται από το 1834) + -ότητα, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική causalité. Δείτε και το μεσαιωνικό αἰτιότης. ή ελληνιστικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιτιότητα | αιτιότητες |
| Γενική | αιτιότητας | αιτιοτήτων |
| Αιτιατική | αιτιότητα | αιτιότητες |
| Κλητική | αιτιότητα | αιτιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →