Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακήπευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει κηπευτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακήπευτος < ελληνιστική κοινή ἀκήπευτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακήπευτοςακήπευτηακήπευτο
Γενικήακήπευτουακήπευτηςακήπευτου
Αιτιατικήακήπευτοακήπευτηακήπευτο
Κλητικήακήπευτεακήπευτηακήπευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακήπευτοιακήπευτεςακήπευτα
Γενικήακήπευτωνακήπευτωνακήπευτων
Αιτιατικήακήπευτουςακήπευτεςακήπευτα
Κλητικήακήπευτοιακήπευτεςακήπευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →