κηπεύω
•
- καταπιάνομαι με την κηπουρική, περιποιούμαι τον κήπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κηπεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηπεύω < κῆπος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κηπεύω | κηπεύεις | κηπεύει | κηπεύουμε | κηπεύετε | κηπεύουν / κηπεύουνε |
| Παρατατικός | κήπευα | κήπευες | κήπευε | κηπεύαμε | κηπεύατε | κήπευαν / κηπεύαν / κηπεύανε |
| Αόριστος | κήπευσα | κήπευσες | κήπευσε | κηπεύσαμε | κηπεύσατε | κήπευσαν / κηπεύσαν / κηπεύσανε |
| Μέλλοντας | θα κηπεύσω / θα κηπεύω | θα κηπεύεις / θα κηπεύσεις | θα κηπεύει / θα κηπεύσει | θα κηπεύουμε / θα κηπεύσουμε | θα κηπεύετε / θα κηπεύσετε | θα κηπεύουν / θα κηπεύουνε / θα κηπεύσουν / θα κηπεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κηπεύσει | έχεις κηπεύσει | έχει κηπεύσει | έχουμε κηπεύσει | έχετε κηπεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κηπεύσει | είχες κηπεύσει | είχε κηπεύσει | είχαμε κηπεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κηπεύσει / να κηπεύσω / να κηπεύω | να έχεις κηπεύσει / να κηπεύεις / να κηπεύσεις | να έχει κηπεύσει / να κηπεύει / να κηπεύσει | να έχουμε κηπεύσει / να κηπεύουμε / να κηπεύσουμε | να έχετε κηπεύσει / να κηπεύετε / να κηπεύσετε | να κηπεύουν / να κηπεύουνε / να κηπεύσουν / να κηπεύσουνε |
| Προστακτική | — | κήπευε / κήπευσε | — | — | κηπεύετε / κηπεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →