Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαδημαϊκός

ουσιαστικό
•
  1. μέλος της Ακαδημίας κάποιας χώρας, πχ. της Ακαδημίας Αθηνών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαδημαϊκός < ελληνιστική ἀκαδημαϊκός < Ἀκαδημία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακαδημαϊκόςακαδημαϊκοί
Γενικήακαδημαϊκούακαδημαϊκών
Αιτιατικήακαδημαϊκόακαδημαϊκούς
Κλητικήακαδημαϊκέακαδημαϊκοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ακαδημαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας, δηλαδή πανεπιστημιακός ερευνητής ή καθηγητής Βικιλεξικό
    • ακαδημαϊκός πολίτης
  2. συνεκδοχικάχωρίς πρακτικό σκοπό Βικιλεξικό
    • ακαδημαϊκή συζήτηση : θεωρητική συζήτηση, συζήτηση για να περνάει η ώρα

Ετυμολογία

ακαδημαϊκός < ελληνιστική ἀκαδημαϊκός < Ἀκαδημία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαδημαϊκόςακαδημαϊκήακαδημαϊκό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →