ακατάδεχτος
•
- που δεν καταδέχεται όποιους θεωρεί κατώτερούς του, υπερόπτης Βικιλεξικό
- Από τότε που παντρεύτηκε τον υπουργό, έγινε ψηλομύτα κι ακατάδεχτη. Δεν ξαναπάτησε στο σπίτι της ξαδέρφης της, ούτε άλλων συγγενών.
- ως αστείοπου δεν δέχεται εύκολα να φιλοξενηθεί ή γενικότερα να εξυπηρετηθεί από άλλους Βικιλεξικό
- Μα, δοκιμάστε αυτό το γλυκάκι! Μην είστε ακατάδεχτος!
Ετυμολογία
ακατάδεχτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκατάδεκτος με τροπή [kt] > [xt] < ἀ- στερητικό + (καταδέχομαι) καταδεκ- + -τος. Δείτε και ακατάδεκτος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακατάδεχτος | ακατάδεχτη | ακατάδεχτο |
| Γενική | ακατάδεχτου | ακατάδεχτης | ακατάδεχτου |
| Αιτιατική | ακατάδεχτο | ακατάδεχτη | ακατάδεχτο |
| Κλητική | ακατάδεχτε | ακατάδεχτη | ακατάδεχτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακατάδεχτοι | ακατάδεχτες | ακατάδεχτα |
| Γενική | ακατάδεχτων | ακατάδεχτων | ακατάδεχτων |
| Αιτιατική | ακατάδεχτους | ακατάδεχτες | ακατάδεχτα |
| Κλητική | ακατάδεχτοι | ακατάδεχτες | ακατάδεχτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →