Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατάδεχτος

/a.kaˈta.ðe.xtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν καταδέχεται όποιους θεωρεί κατώτερούς του, υπερόπτης Βικιλεξικό
    • Από τότε που παντρεύτηκε τον υπουργό, έγινε ψηλομύτα κι ακατάδεχτη. Δεν ξαναπάτησε στο σπίτι της ξαδέρφης της, ούτε άλλων συγγενών.
  2. ως αστείοπου δεν δέχεται εύκολα να φιλοξενηθεί ή γενικότερα να εξυπηρετηθεί από άλλους Βικιλεξικό
    • Μα, δοκιμάστε αυτό το γλυκάκι! Μην είστε ακατάδεχτος!

Ετυμολογία

ακατάδεχτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκατάδεκτος με τροπή [kt] > [xt] < ἀ- στερητικό + (καταδέχομαι) καταδεκ- + -τος. Δείτε και ακατάδεκτος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάδεχτοςακατάδεχτηακατάδεχτο
Γενικήακατάδεχτουακατάδεχτηςακατάδεχτου
Αιτιατικήακατάδεχτοακατάδεχτηακατάδεχτο
Κλητικήακατάδεχτεακατάδεχτηακατάδεχτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατάδεχτοιακατάδεχτεςακατάδεχτα
Γενικήακατάδεχτωνακατάδεχτωνακατάδεχτων
Αιτιατικήακατάδεχτουςακατάδεχτεςακατάδεχτα
Κλητικήακατάδεχτοιακατάδεχτεςακατάδεχτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →