Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατέργαστος

/a.kaˈteɾ.ɣa.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει υποστεί καμιά κατεργασία Βικιλεξικό
    • στο εργαστήρι του ο γλύπτης είχε ένα μεγάλο κομμάτι από ακατέργαστο μάρμαρο
  2. μεταφορικάακαλλιέργητος, αραφινάριστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακατέργαστος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκατέργαστος (ακαλλιέργητος, αρχαία σημασία: και αχώνευτος) < ἀ- στερητικό αρχαία ελληνική κατεργάζομαι < κατά + (ἐργάζομαι) εργασ- + -τος < ἔργον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατέργαστοςακατέργαστηακατέργαστο
Γενικήακατέργαστουακατέργαστηςακατέργαστου
Αιτιατικήακατέργαστοακατέργαστηακατέργαστο
Κλητικήακατέργαστεακατέργαστηακατέργαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατέργαστοιακατέργαστεςακατέργαστα
Γενικήακατέργαστωνακατέργαστωνακατέργαστων
Αιτιατικήακατέργαστουςακατέργαστεςακατέργαστα
Κλητικήακατέργαστοιακατέργαστεςακατέργαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →