ακατέργαστος
•
- που δεν έχει υποστεί καμιά κατεργασία Βικιλεξικό
- στο εργαστήρι του ο γλύπτης είχε ένα μεγάλο κομμάτι από ακατέργαστο μάρμαρο
- μεταφορικάακαλλιέργητος, αραφινάριστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακατέργαστος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκατέργαστος (ακαλλιέργητος, αρχαία σημασία: και αχώνευτος) < ἀ- στερητικό αρχαία ελληνική κατεργάζομαι < κατά + (ἐργάζομαι) εργασ- + -τος < ἔργον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακατέργαστος | ακατέργαστη | ακατέργαστο |
| Γενική | ακατέργαστου | ακατέργαστης | ακατέργαστου |
| Αιτιατική | ακατέργαστο | ακατέργαστη | ακατέργαστο |
| Κλητική | ακατέργαστε | ακατέργαστη | ακατέργαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακατέργαστοι | ακατέργαστες | ακατέργαστα |
| Γενική | ακατέργαστων | ακατέργαστων | ακατέργαστων |
| Αιτιατική | ακατέργαστους | ακατέργαστες | ακατέργαστα |
| Κλητική | ακατέργαστοι | ακατέργαστες | ακατέργαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →