Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαταπράυντος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει καταπραϋνθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαταπράυντος < ελληνιστική κοινή ἀκαταπράϋντος < αρχαία ελληνική καταπραΰνω < κατά + πραΰνω < πραΰς / πρᾶος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταπράυντοςακαταπράυντηακαταπράυντο
Γενικήακαταπράυντουακαταπράυντηςακαταπράυντου
Αιτιατικήακαταπράυντοακαταπράυντηακαταπράυντο
Κλητικήακαταπράυντεακαταπράυντηακαταπράυντο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταπράυντοιακαταπράυντεςακαταπράυντα
Γενικήακαταπράυντωνακαταπράυντωνακαταπράυντων
Αιτιατικήακαταπράυντουςακαταπράυντεςακαταπράυντα
Κλητικήακαταπράυντοιακαταπράυντεςακαταπράυντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →