ακινητώ
•
- βρίσκομαι σε κατάσταση ακινησίας Βικιλεξικό
- Τα αστέρια ακινητούν παγωμένα. (Μάκης Πανώριος, Το ρολόι)
- τίθεμαι σε κατάσταση ακινησίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακινητώ < αρχαία ελληνική ἀκινητῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακινητώ | ακινητείς | ακινητεί | ακινητούμε | ακινητείτε | ακινητούν / ακινητούνε |
| Παρατατικός | ακινητούσα | ακινητούσες | ακινητούσε | ακινητούσαμε | ακινητούσατε | ακινητούσαν / ακινητούσανε |
| Αόριστος | ακινήτησα | ακινήτησες | ακινήτησε | ακινητήσαμε | ακινητήσατε | ακινήτησαν / ακινητήσαν / ακινητήσανε |
| Μέλλοντας | θα ακινητήσω / θα ακινητώ | θα ακινητήσεις / θα ακινητείς | θα ακινητήσει / θα ακινητεί | θα ακινητήσουμε / θα ακινητούμε | θα ακινητήσετε / θα ακινητείτε | θα ακινητήσουν / θα ακινητήσουνε / θα ακινητούν / θα ακινητούνε |
| Παρακείμενος | έχω ακινητήσει | έχεις ακινητήσει | έχει ακινητήσει | έχουμε ακινητήσει | έχετε ακινητήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακινητήσει | είχες ακινητήσει | είχε ακινητήσει | είχαμε ακινητήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακινητήσει / να ακινητήσω / να ακινητώ | να έχεις ακινητήσει / να ακινητήσεις / να ακινητείς | να έχει ακινητήσει / να ακινητήσει / να ακινητεί | να έχουμε ακινητήσει / να ακινητήσουμε / να ακινητούμε | να έχετε ακινητήσει / να ακινητήσετε / να ακινητείτε | να ακινητήσουν / να ακινητήσουνε / να ακινητούν / να ακινητούνε |
| Προστακτική | — | ακινήτει / ακινήτησε | — | — | ακινητήστε / ακινητείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →