Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακορδέλιαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν κορδελιάσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακορδέλιαστος < α- + (κορδελιάζω) κορδελιασ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακορδέλιαστοςακορδέλιαστηακορδέλιαστο
Γενικήακορδέλιαστουακορδέλιαστηςακορδέλιαστου
Αιτιατικήακορδέλιαστοακορδέλιαστηακορδέλιαστο
Κλητικήακορδέλιαστεακορδέλιαστηακορδέλιαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακορδέλιαστοιακορδέλιαστεςακορδέλιαστα
Γενικήακορδέλιαστωνακορδέλιαστωνακορδέλιαστων
Αιτιατικήακορδέλιαστουςακορδέλιαστεςακορδέλιαστα
Κλητικήακορδέλιαστοιακορδέλιαστεςακορδέλιαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →