κορδελιάζω
•
- ρελιάζω Βικιλεξικό
- γαζώνω τα επιμέρους δέρματα ενός παπουτσιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κορδελιάζω < κορδέλα + -ιάζω < μεσαιωνική ελληνική κορδέλα < βενετική cordela, υποκοριστικό του corda < λατινική chorda < αρχαία ελληνική χορδή (αντιδάνειο)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κορδελιάζω | κορδελιάζεις | κορδελιάζει | κορδελιάζουμε | κορδελιάζετε | κορδελιάζουν / κορδελιάζουνε |
| Παρατατικός | κορδέλιαζα | κορδέλιαζες | κορδέλιαζε | κορδελιάζαμε | κορδελιάζατε | κορδέλιαζαν / κορδελιάζαν / κορδελιάζανε |
| Αόριστος | κορδέλιασα | κορδέλιασες | κορδέλιασε | κορδελιάσαμε | κορδελιάσατε | κορδέλιασαν / κορδελιάσαν / κορδελιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κορδελιάζω / θα κορδελιάσω | θα κορδελιάζεις / θα κορδελιάσεις | θα κορδελιάζει / θα κορδελιάσει | θα κορδελιάζουμε / θα κορδελιάσουμε | θα κορδελιάζετε / θα κορδελιάσετε | θα κορδελιάζουν / θα κορδελιάζουνε / θα κορδελιάσουν / θα κορδελιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κορδελιάσει | έχεις κορδελιάσει | έχει κορδελιάσει | έχουμε κορδελιάσει | έχετε κορδελιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κορδελιάσει | είχες κορδελιάσει | είχε κορδελιάσει | είχαμε κορδελιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κορδελιάσει / να κορδελιάζω / να κορδελιάσω | να έχεις κορδελιάσει / να κορδελιάζεις / να κορδελιάσεις | να έχει κορδελιάσει / να κορδελιάζει / να κορδελιάσει | να έχουμε κορδελιάσει / να κορδελιάζουμε / να κορδελιάσουμε | να έχετε κορδελιάσει / να κορδελιάζετε / να κορδελιάσετε | να κορδελιάζουν / να κορδελιάζουνε / να κορδελιάσουν / να κορδελιάσουνε |
| Προστακτική | — | κορδέλιαζε / κορδέλιασε | — | — | κορδελιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κορδελιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →