Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακράδαντος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάσταθερός, ακλόνητος Βικιλεξικό
    • Αλλά η «νόμιμη» βία, ακριβώς, γεννιέται από την ακράδαντη πεποίθηση αυτού που την ασκεί ότι παράγει νόημα —πολιτικό, κοινωνικό, προσωπικό. (εφ. Ελευθεροτυπία, 17.12.2009)

Ετυμολογία

ακράδαντος < ελληνιστική κοινή ἀκράδαντος < αρχαία ελληνική κραδαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακράδαντοςακράδαντηακράδαντο
Γενικήακράδαντουακράδαντηςακράδαντου
Αιτιατικήακράδαντοακράδαντηακράδαντο
Κλητικήακράδαντεακράδαντηακράδαντο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακράδαντοιακράδαντεςακράδαντα
Γενικήακράδαντωνακράδαντωνακράδαντων
Αιτιατικήακράδαντουςακράδαντεςακράδαντα
Κλητικήακράδαντοιακράδαντεςακράδαντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →