ακρογιαλιά
•
- το μέρος όπου η ξηρά συναντιέται με τη θάλασσα· η ακτή, η παραλία, ο γιαλός Βικιλεξικό
- Το καλοκαιράκι, στη ακρογιαλιά / μέσα στο νεράκι, πλέουμ’ αγκαλιά. / Πέφτει το βραδάκι, πιάνει η δροσιά / δός μου ένα φιλάκι, κι έλα πιό κοντά.
Ετυμολογία
ακρογιαλιά < ακρογιάλ(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακρογιαλιά | ακρογιαλιές |
| Γενική | ακρογιαλιάς | ακρογιαλιών |
| Αιτιατική | ακρογιαλιά | ακρογιαλιές |
| Κλητική | ακρογιαλιά | ακρογιαλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →