Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιαλός

/ʝaˈlos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ακρογιαλιά, προσβάσιμη ακτή Βικιλεξικό
    • Σήμερα πάλι λιόχαρος είν' ο γιαλός κι ο δρόμος / ο ερημικός που σέρνεται κοντά στ' ακροθαλάσσι. (Λάμπρος Πόρφυρας, 1879–1932)

Ετυμολογία

γιαλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιαλός < αρχαία ελληνική αἰγιαλός < ἀΐσσω + ἅλς (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *séh₂l- / *séh₂ls: αλάτι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγιαλόςγιαλοί
Γενικήγιαλούγιαλών
Αιτιατικήγιαλόγιαλούς
Κλητικήγιαλέγιαλοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →