Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακροδεξιός

/a.kɾo.ðe.ksiˈos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήαυτός που ανήκει (πολιτικά) στην άκρα δεξιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακροδεξιός < ακρο- + δεξιός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική d'extrème droite, extrème droite)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακροδεξιά / ακροδεξιός / ακροδεξιόακροδεξιές / ακροδεξιοί / ακροδεξιά
Γενικήακροδεξιάς / ακροδεξιού / ακροδεξιούακροδεξιών / ακροδεξιών / ακροδεξιών
Αιτιατικήακροδεξιά / ακροδεξιό / ακροδεξιόακροδεξιές / ακροδεξιούς / ακροδεξιά
Κλητικήακροδεξιά / ακροδεξιέ / ακροδεξιόακροδεξιές / ακροδεξιοί / ακροδεξιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ακροδεξιός

/a.kɾo.ðe.ksiˈos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτικήπου ανήκει (πολιτικά) στην άκρα δεξιά ή την υποστηρίζει Βικιλεξικό
    • η σημερινή ταύτιση των ακροδεξιών σχηματισμών με μια κεντροαριστερή αντιπολίτευση που βιώνει εμφανή κρίση στρατηγικού προσανατολισμού, εκλαμβάνει (και, σ’ έναν δεύτερο χρόνο, υποδεικνύει) αυτά τα δυο «άκρα» ως συγκοινωνούντα δοχεία υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hartia/397685_horotaxikos-aristerohoyntismos#goog_rewarded)
  2. ουσιαστικοποιημένοακροδεξιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακροδεξιός < ακρο- + δεξιός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική d'extrème droite, extrème droite)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακροδεξιόςακροδεξιάακροδεξιό
Γενικήακροδεξιούακροδεξιάςακροδεξιού
Αιτιατικήακροδεξιόακροδεξιάακροδεξιό
Κλητικήακροδεξιέακροδεξιάακροδεξιό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακροδεξιοίακροδεξιέςακροδεξιά
Γενικήακροδεξιώνακροδεξιώνακροδεξιών
Αιτιατικήακροδεξιούςακροδεξιέςακροδεξιά
Κλητικήακροδεξιοίακροδεξιέςακροδεξιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →