Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακρόαμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αυτό που ακούει κάποιος (ιδίως ως ακροατής: τραγούδι, απαγγελία κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακρόαμα < αρχαία ελληνική ἀκρόαμα < ἀκροάομαι/ἀκροῶμαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακρόαμαακροάματα
Γενικήακροάματοςακροαμάτων
Αιτιατικήακρόαμαακροάματα
Κλητικήακρόαμαακροάματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →