ακτινοβόλος
•
- που λάμπει, ακτινοβολεί κυριολεκτικά Βικιλεξικό
- ο ήλιος είναι ακτινοβόλος
- που λάμπει εσωτερικά, που εκπέμπει ψυχική ακτινοβολία Βικιλεξικό
- φυσικήπου διαχέεται με ακτίνες Βικιλεξικό
- ακτινοβόλος πυκνότητα ροής (radiant flux density), ακτινοβόλος θέρμανση
Ετυμολογία
ακτινοβόλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκτινοβόλος. Συγχρονικά αναλύεται σε ακτινο- + -βόλος. :* για τον όρο της φυσικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική radiant
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτινοβόλος | ακτινοβόλα / ακτινοβόλος | ακτινοβόλο |
| Γενική | ακτινοβόλου | ακτινοβόλας / ακτινοβόλου | ακτινοβόλου |
| Αιτιατική | ακτινοβόλο | ακτινοβόλα / ακτινοβόλο | ακτινοβόλο |
| Κλητική | ακτινοβόλε | ακτινοβόλα / ακτινοβόλε | ακτινοβόλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτινοβόλοι | ακτινοβόλες / ακτινοβόλοι | ακτινοβόλα |
| Γενική | ακτινοβόλων | ακτινοβόλων | ακτινοβόλων |
| Αιτιατική | ακτινοβόλους | ακτινοβόλες / ακτινοβόλους | ακτινοβόλα |
| Κλητική | ακτινοβόλοι | ακτινοβόλες / ακτινοβόλοι | ακτινοβόλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →