ακυριολεκτώ
•
- δεν κυριολεκτώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακυριολεκτώ < α- + κυριολεκτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακυριολεκτώ | ακυριολέκτει / ακυριολεκτείς | ακυριολεκτεί | ακυριολεκτούμε | ακυριολεκτείτε | ακυριολεκτούν |
| Παρατατικός | ακυριολεκτούσα | ακυριολεκτούσες | ακυριολεκτούσε | ακυριολεκτούσαμε | ακυριολεκτούσατε | ακυριολεκτούσαν |
| Αόριστος | ακυριολέκτησα / ακυριολεκτήσω | ακυριολέκτησε / ακυριολέκτησες / ακυριολεκτήσεις | ακυριολέκτησε / ακυριολεκτήσει | ακυριολεκτήσαμε / ακυριολεκτήσουμε | ακυριολεκτήσατε / ακυριολεκτήσετε / ακυριολεκτήστε | ακυριολέκτησαν / ακυριολεκτήσουν |
| Μέλλοντας | θα ακυριολεκτήσω / θα ακυριολεκτώ | θα ακυριολεκτήσεις / θα ακυριολεκτείς | θα ακυριολεκτήσει / θα ακυριολεκτεί | θα ακυριολεκτήσουμε / θα ακυριολεκτούμε | θα ακυριολεκτήσετε / θα ακυριολεκτείτε | θα ακυριολεκτήσουν / θα ακυριολεκτούν |
| Παρακείμενος | έχω ακυριολεκτήσει | έχεις ακυριολεκτήσει | έχει ακυριολεκτήσει | έχουμε ακυριολεκτήσει | έχετε ακυριολεκτήσει | έχουν ακυριολεκτήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακυριολεκτήσει | είχες ακυριολεκτήσει | είχε ακυριολεκτήσει | είχαμε ακυριολεκτήσει | είχατε ακυριολεκτήσει | είχαν ακυριολεκτήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →