ανακριβολογώ
•
- δεν μιλάω με ακρίβεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακριβολογώ < αν- + ακριβολογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακριβολογώ | ανακριβολογείς / ανακριβολόγει | ανακριβολογεί | ανακριβολογούμε | ανακριβολογείτε | ανακριβολογούν |
| Παρατατικός | ανακριβολογούσα | ανακριβολογούσες | ανακριβολογούσε | ανακριβολογούσαμε | ανακριβολογούσατε | ανακριβολογούσαν |
| Αόριστος | ανακριβολογήσω / ανακριβολόγησα | ανακριβολογήσεις / ανακριβολόγησε / ανακριβολόγησες | ανακριβολογήσει / ανακριβολόγησε | ανακριβολογήσαμε / ανακριβολογήσουμε | ανακριβολογήσατε / ανακριβολογήσετε / ανακριβολογήστε | ανακριβολογήσουν / ανακριβολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ανακριβολογήσω / θα ανακριβολογώ | θα ανακριβολογήσεις / θα ανακριβολογείς | θα ανακριβολογήσει / θα ανακριβολογεί | θα ανακριβολογήσουμε / θα ανακριβολογούμε | θα ανακριβολογήσετε / θα ανακριβολογείτε | θα ανακριβολογήσουν / θα ανακριβολογούν |
| Παρακείμενος | έχω ανακριβολογήσει | έχεις ανακριβολογήσει | έχει ανακριβολογήσει | έχουμε ανακριβολογήσει | έχετε ανακριβολογήσει | έχουν ανακριβολογήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακριβολογήσει | είχες ανακριβολογήσει | είχε ανακριβολογήσει | είχαμε ανακριβολογήσει | είχατε ανακριβολογήσει | είχαν ανακριβολογήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →