ακυρωμένος
•
- που έχει ακυρωθεί, έχει χάσει το κύρος του Βικιλεξικό
- ακυρωμένη κράτηση, ακυρωμένο συμβόλαιο
- για εισιτήριοπου έχει ακυρωθεί στο ειδικό μηχάνημα που εκτυπώνει ημερομηνία και ώρα χρήσης πάνω του, ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλη φορά Βικιλεξικό
- που δεν εκτελέστηκε ως είχε προγραμματιστεί Βικιλεξικό
- η ακυρωμένη παράσταση
Ετυμολογία
ακυρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ακυρώνω
Άλλοι τύποι
ακυρωμέναακυρωμένεακυρωμένεςακυρωμένηακυρωμένηςακυρωμένοακυρωμένοιακυρωμένοςακυρωμένουακυρωμένουςακυρωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →