ακυρώνω
•
- κάνω κάτι άκυρο, ώστε να μην ισχύει πια Βικιλεξικό
- Το δικαστήριο ακύρωσε το συμβόλαιο λόγω απάτης.
- αποφασίζω να μην πραγματοποιηθεί κάτι που προγραμματίστηκε για το μέλλον Βικιλεξικό
- Ακύρωσε την επίσκεψη στη γειτονική χώρα ο υπουργός εξωτερικών.
- περνάω (εισιτήριο) από ειδικό μηχάνημα που εκτυπώνει ημερομηνία και ώρα χρήσης πάνω του, ώστε να μην μπορέσω να το ξαναχρησιμοποιήσω άλλη φορά, δηλαδή το εξαργυρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακυρώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκυρόω / ἀκυρ(ῶ) + -ώνω < ἄκυρος → δείτε τη λέξη κῦρος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακυρώνω | ακυρώνεις | ακυρώνει | ακυρώνουμε | ακυρώνετε | ακυρώνουν / ακυρώνουνε |
| Παρατατικός | ακύρωνα | ακύρωνες | ακύρωνε | ακυρώναμε | ακυρώνατε | ακυρώναν / ακυρώνανε / ακύρωναν |
| Αόριστος | ακύρωσα | ακύρωσες | ακύρωσε | ακυρώσαμε | ακυρώσατε | ακυρώσαν / ακυρώσανε / ακύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα ακυρώνω / θα ακυρώσω | θα ακυρώνεις / θα ακυρώσεις | θα ακυρώνει / θα ακυρώσει | θα ακυρώνουμε / θα ακυρώσουμε | θα ακυρώνετε / θα ακυρώσετε | θα ακυρώνουν / θα ακυρώνουνε / θα ακυρώσουν / θα ακυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ακυρώσει | έχεις ακυρώσει | έχει ακυρώσει | έχουμε ακυρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακυρώσει | είχες ακυρώσει | είχε ακυρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακυρώσει / να ακυρώνω / να ακυρώσω | να έχεις ακυρώσει / να ακυρώνεις / να ακυρώσεις | να έχει ακυρώσει / να ακυρώνει / να ακυρώσει | να έχουμε ακυρώσει / να ακυρώνουμε / να ακυρώσουμε | να ακυρώνετε / να ακυρώσετε | να ακυρώνουν / να ακυρώνουνε / να ακυρώσουν / να ακυρώσουνε |
| Προστακτική | — | ακύρωνε / ακύρωσε | — | — | ακυρώνετε / ακυρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ακυρώθηκαακυρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →