κυρώνω
•
- νομικός όροςκαθιστώ κάτι νομικά έγκυρο, του προσδίδω εγκυρότητα και ισχύ Βικιλεξικό
- Κυρώθηκε η συμφωνία με την Αίγυπτο για την ΑΟΖ (εφ. Το Βήμα, 27.08.2020)
Ετυμολογία
κυρώνω < αρχαία ελληνική κῡρόω / κυρῶ + -ώνω < κῦρος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυρώνω | κυρώνεις | κυρώνει | κυρώνουμε | κυρώνετε | κυρώνουν / κυρώνουνε |
| Παρατατικός | κύρωνα | κύρωνες | κύρωνε | κυρώναμε | κυρώνατε | κυρώναν / κυρώνανε / κύρωναν |
| Αόριστος | κύρωσα | κύρωσες | κύρωσε | κυρώσαμε | κυρώσατε | κυρώσαν / κυρώσανε / κύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα κυρώνω / θα κυρώσω | θα κυρώνεις / θα κυρώσεις | θα κυρώνει / θα κυρώσει | θα κυρώνουμε / θα κυρώσουμε | θα κυρώνετε / θα κυρώσετε | θα κυρώνουν / θα κυρώνουνε / θα κυρώσουν / θα κυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κυρώσει | έχεις κυρώσει | έχει κυρώσει | έχουμε κυρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κυρώσει | είχες κυρώσει | είχε κυρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κυρώσει / να κυρώνω / να κυρώσω | να έχεις κυρώσει / να κυρώνεις / να κυρώσεις | να έχει κυρώσει / να κυρώνει / να κυρώσει | να έχουμε κυρώσει / να κυρώνουμε / να κυρώσουμε | να κυρώνετε / να κυρώσετε | να κυρώνουν / να κυρώνουνε / να κυρώσουν / να κυρώσουνε |
| Προστακτική | — | κύρωνε / κύρωσε | — | — | κυρώνετε / κυρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κυρώθηκακυρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →