Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακύκλωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει κυκλωθεί ή δεν μπορεί να κυκλωθεί Βικιλεξικό
  2. απερικύκλωτος Βικιλεξικό
  3. απεριτείχιστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακύκλωτος < μεσαιωνική ελληνική ἀκύκλωτος < κυκλώνω < αρχαία ελληνική κυκλόω / κυκλῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακύκλωτοςακύκλωτηακύκλωτο
Γενικήακύκλωτουακύκλωτηςακύκλωτου
Αιτιατικήακύκλωτοακύκλωτηακύκλωτο
Κλητικήακύκλωτεακύκλωτηακύκλωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακύκλωτοιακύκλωτεςακύκλωτα
Γενικήακύκλωτωνακύκλωτωνακύκλωτων
Αιτιατικήακύκλωτουςακύκλωτεςακύκλωτα
Κλητικήακύκλωτοιακύκλωτεςακύκλωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →