κυκλώνω
•
- δημιουργώ «κύκλο» ή κλοιό γύρω από κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυκλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κυκλώνω < αρχαία ελληνική κυκλόω / κυκλῶ < κύκλος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυκλώνω | κυκλώνεις | κυκλώνει | κυκλώνουμε | κυκλώνετε | κυκλώνουν / κυκλώνουνε |
| Παρατατικός | κύκλωνα | κύκλωνες | κύκλωνε | κυκλώναμε | κυκλώνατε | κυκλώναν / κυκλώνανε / κύκλωναν |
| Αόριστος | κύκλωσα | κύκλωσες | κύκλωσε | κυκλώσαμε | κυκλώσατε | κυκλώσαν / κυκλώσανε / κύκλωσαν |
| Μέλλοντας | θα κυκλώνω / θα κυκλώσω | θα κυκλώνεις / θα κυκλώσεις | θα κυκλώνει / θα κυκλώσει | θα κυκλώνουμε / θα κυκλώσουμε | θα κυκλώνετε / θα κυκλώσετε | θα κυκλώνουν / θα κυκλώνουνε / θα κυκλώσουν / θα κυκλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κυκλώσει | έχεις κυκλώσει | έχει κυκλώσει | έχουμε κυκλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κυκλώσει | είχες κυκλώσει | είχε κυκλώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κυκλώσει / να κυκλώνω / να κυκλώσω | να έχεις κυκλώσει / να κυκλώνεις / να κυκλώσεις | να έχει κυκλώσει / να κυκλώνει / να κυκλώσει | να έχουμε κυκλώσει / να κυκλώνουμε / να κυκλώσουμε | να κυκλώνετε / να κυκλώσετε | να κυκλώνουν / να κυκλώνουνε / να κυκλώσουν / να κυκλώσουνε |
| Προστακτική | — | κύκλωνε / κύκλωσε | — | — | κυκλώνετε / κυκλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κυκλώθηκακυκλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →