Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακύρωση

/aˈci.ɾo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ματαίωση μιας προγραμματισμένης ενέργειας Βικιλεξικό
    • η ακύρωση μιας πτήσης
  2. η ενέργεια που καθιστά άκυρο ένα έγγραφο, έτσι ώστε να μην έχει πια ισχύ Βικιλεξικό
    • η ακύρωση της πιστωτικής κάρτας είναι απαραίτητη μετά από απώλειά της
    • Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
  3. η θεώρηση ενός εισιτηρίου ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δεύτερη φορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακύρωση < αρχαία ελληνική ἀκύρωσις < ἀκυρῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακύρωσηακυρώσεις
Γενικήακύρωσηςακυρώσεων
Αιτιατικήακύρωσηακυρώσεις
Κλητικήακύρωσηακυρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →