αλάθητος
•
- που δεν κάνει λάθη Βικιλεξικό
- το ένστικτό μου είναι αλάθητο
- ο απόλυτα αξιόπιστος και σίγουρος Βικιλεξικό
- η μέθοδός της είναι αλάθητη
- Όλα τα προγράμματα προσαρμόστηκαν εν ριπή οφθαλμού σ' αυτή την αλάθητη συνταγή. (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά)
- ουσιαστικοποιημένοτο αλάθητο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλάθητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀλάθητος < ἀ- στερητικό + θέμα λαθ- του ρήματος λανθάνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάθητος | αλάθητη | αλάθητο |
| Γενική | αλάθητου | αλάθητης | αλάθητου |
| Αιτιατική | αλάθητο | αλάθητη | αλάθητο |
| Κλητική | αλάθητε | αλάθητη | αλάθητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάθητοι | αλάθητες | αλάθητα |
| Γενική | αλάθητων | αλάθητων | αλάθητων |
| Αιτιατική | αλάθητους | αλάθητες | αλάθητα |
| Κλητική | αλάθητοι | αλάθητες | αλάθητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →