Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλάθητος

/aˈla.θi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν κάνει λάθη Βικιλεξικό
    • το ένστικτό μου είναι αλάθητο
  2. ο απόλυτα αξιόπιστος και σίγουρος Βικιλεξικό
    • η μέθοδός της είναι αλάθητη
    • Όλα τα προγράμματα προσαρμόστηκαν εν ριπή οφθαλμού σ' αυτή την αλάθητη συνταγή. (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά)
  3. ουσιαστικοποιημένοτο αλάθητο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλάθητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀλάθητος < ἀ- στερητικό + θέμα λαθ- του ρήματος λανθάνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλάθητοςαλάθητηαλάθητο
Γενικήαλάθητουαλάθητηςαλάθητου
Αιτιατικήαλάθητοαλάθητηαλάθητο
Κλητικήαλάθητεαλάθητηαλάθητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλάθητοιαλάθητεςαλάθητα
Γενικήαλάθητωναλάθητωναλάθητων
Αιτιατικήαλάθητουςαλάθητεςαλάθητα
Κλητικήαλάθητοιαλάθητεςαλάθητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →