αλάνθαστος
•
- που δεν έχει λάθη ή σφάλματα Βικιλεξικό
- αλάνθαστη ορθογραφία
- που δεν κάνει λάθη ή σφάλματα Βικιλεξικό
- το ένστικτό μου είναι αλάνθαστο
- Μόνο εκείνος που δεν έχει κάνει τίποτε είναι αλάνθαστος. (Σταύρος Ψυχάρης, Οι μνηστήρες της εξουσίας στο παιχνίδι της αλήθειας)
Ετυμολογία
αλάνθαστος < στερητικό α- + λανθάνω (: μου διαφεύγει της προσοχής)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάνθαστος | αλάνθαστη | αλάνθαστο |
| Γενική | αλάνθαστου | αλάνθαστης | αλάνθαστου |
| Αιτιατική | αλάνθαστο | αλάνθαστη | αλάνθαστο |
| Κλητική | αλάνθαστε | αλάνθαστη | αλάνθαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάνθαστοι | αλάνθαστες | αλάνθαστα |
| Γενική | αλάνθαστων | αλάνθαστων | αλάνθαστων |
| Αιτιατική | αλάνθαστους | αλάνθαστες | αλάνθαστα |
| Κλητική | αλάνθαστοι | αλάνθαστες | αλάνθαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →