λάθος
•
- καθετί που αποκλίνει από τον κανόνα, κάτι που δε λέγεται ή που δε γίνεται σωστά Βικιλεξικό
- τυπογραφικό λάθος, μαθαίνω από τα λάθη μου
- ατυχής επιλογή, πράξη, εκτίμηση μιας κατάστασης Βικιλεξικό
- Έκανα λάθος που τους πίστεψα.
- καθετί που βρίσκεται σε απόσταση από την αλήθεια ή την πραγματικότητα Βικιλεξικό
- Απαντήστε με Σωστό ή Λάθος στην παρακάτω άσκηση.
- η απόκλιση ανάμεσα στην πραγματική τιμή που προκύπτει από μια μαθηματική πράξη και στην τιμή που βρίσκει κάποιος από αυτήν Βικιλεξικό
- Έχεις κάνει λάθος στη διαίρεση.
Ετυμολογία
λάθος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή λάθος < αρχαία ελληνική λανθάνω, θέμα λαθ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λάθος | λάθη |
| Γενική | λάθους | λαθών |
| Αιτιατική | λάθος | λάθη |
| Κλητική | λάθος | λάθη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →