αλάνικος
•
- που έχει σχέση, ταίριάζει ή αναφέρεται στον αλάνη ή στο αλάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλάνικος < αλάνι/αλάνης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάνικος | αλάνικη | αλάνικο |
| Γενική | αλάνικου | αλάνικης | αλάνικου |
| Αιτιατική | αλάνικο | αλάνικη | αλάνικο |
| Κλητική | αλάνικε | αλάνικη | αλάνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάνικοι | αλάνικες | αλάνικα |
| Γενική | αλάνικων | αλάνικων | αλάνικων |
| Αιτιατική | αλάνικους | αλάνικες | αλάνικα |
| Κλητική | αλάνικοι | αλάνικες | αλάνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →