αλέγρος
•
- χαρούμενος, εύθυμος, ζωηρός Βικιλεξικό
- Με αλέγρα διάθεση και το γνωστό απαράμιλλο στυλ, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δεν δίστασε να κάνει επίδειξη των φωνητικών του ικανοτήτων και μάλιστα στα γαλλικά, κατά την διάρκεια δείπνου... (* εφημερίδα Έθνος)
Ετυμολογία
αλέγρος < (άμεσο δάνειο) βενετική alegro + -ς < ιταλική allegro < λατινική alacer < alo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *al- (αυξάνω, τρέφω). Συγκρίνετε με το αλέγκρο
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλέγρος | αλέγρα | αλέγρο |
| Γενική | αλέγρου | αλέγρας | αλέγρου |
| Αιτιατική | αλέγρο | αλέγρα | αλέγρο |
| Κλητική | αλέγρε | αλέγρα | αλέγρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλέγροι | αλέγρες | αλέγρα |
| Γενική | αλέγρων | αλέγρων | αλέγρων |
| Αιτιατική | αλέγρους | αλέγρες | αλέγρα |
| Κλητική | αλέγροι | αλέγρες | αλέγρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →