Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλαλόφωνος

/a.laˈlo.fo.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικό των Κυκλάδων Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάιδιωματικό των Κυκλάδων Βικιλεξικό
    • Καὶ νὰ πού, κοιτάζοντάς την, ἀπόμενα ἀλαλόφωνος τώρα, γιατὶ ἀνακάλυπτα ἔξαφνα πὼς μὲ δένανε μ’ ἐκείνη ἀθώρητες κλωστὲς ἀναρίθμητες, σὰν ἀπὸ βαθειὲς κι’ ἀσύντριφτες ἀγάπες.

Ετυμολογία

αλαλόφωνος < άλαλ(ος) + -ό- + -φωνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλαλόφωνοςαλαλόφωνηαλαλόφωνο
Γενικήαλαλόφωνουαλαλόφωνηςαλαλόφωνου
Αιτιατικήαλαλόφωνοαλαλόφωνηαλαλόφωνο
Κλητικήαλαλόφωνεαλαλόφωνηαλαλόφωνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλαλόφωνοιαλαλόφωνεςαλαλόφωνα
Γενικήαλαλόφωνωναλαλόφωνωναλαλόφωνων
Αιτιατικήαλαλόφωνουςαλαλόφωνεςαλαλόφωνα
Κλητικήαλαλόφωνοιαλαλόφωνεςαλαλόφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →