αλαλόφωνος
•
- ιδιωματικό των Κυκλάδων Βικιλεξικό
- μεταφορικάιδιωματικό των Κυκλάδων Βικιλεξικό
- Καὶ νὰ πού, κοιτάζοντάς την, ἀπόμενα ἀλαλόφωνος τώρα, γιατὶ ἀνακάλυπτα ἔξαφνα πὼς μὲ δένανε μ’ ἐκείνη ἀθώρητες κλωστὲς ἀναρίθμητες, σὰν ἀπὸ βαθειὲς κι’ ἀσύντριφτες ἀγάπες.
Ετυμολογία
αλαλόφωνος < άλαλ(ος) + -ό- + -φωνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλαλόφωνος | αλαλόφωνη | αλαλόφωνο |
| Γενική | αλαλόφωνου | αλαλόφωνης | αλαλόφωνου |
| Αιτιατική | αλαλόφωνο | αλαλόφωνη | αλαλόφωνο |
| Κλητική | αλαλόφωνε | αλαλόφωνη | αλαλόφωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλαλόφωνοι | αλαλόφωνες | αλαλόφωνα |
| Γενική | αλαλόφωνων | αλαλόφωνων | αλαλόφωνων |
| Αιτιατική | αλαλόφωνους | αλαλόφωνες | αλαλόφωνα |
| Κλητική | αλαλόφωνοι | αλαλόφωνες | αλαλόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →