Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλλεργιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την αλλεργιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλλεργιολογικός < αλλεργιολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλεργιολογικόςαλλεργιολογικήαλλεργιολογικό
Γενικήαλλεργιολογικούαλλεργιολογικήςαλλεργιολογικού
Αιτιατικήαλλεργιολογικόαλλεργιολογικήαλλεργιολογικό
Κλητικήαλλεργιολογικέαλλεργιολογικήαλλεργιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλεργιολογικοίαλλεργιολογικέςαλλεργιολογικά
Γενικήαλλεργιολογικώναλλεργιολογικώναλλεργιολογικών
Αιτιατικήαλλεργιολογικούςαλλεργιολογικέςαλλεργιολογικά
Κλητικήαλλεργιολογικοίαλλεργιολογικέςαλλεργιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →