αλληλοδιείσδυση
•
- η διείσδυση του ενός σε άλλο και το αντίθετο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοδιείσδυση < αλληλο- + διείσδυση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλοδιείσδυση | αλληλοδιεισδύσεις |
| Γενική | αλληλοδιείσδυσης | αλληλοδιεισδύσεων |
| Αιτιατική | αλληλοδιείσδυση | αλληλοδιεισδύσεις |
| Κλητική | αλληλοδιείσδυση | αλληλοδιεισδύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →